Κυριακή, 23 Ιουνίου, 2024

Το περίεργο όνομα “Αθανάτη”

Οι αφηγήσεις των παππούδων αναφέρουν για τον πρώτο πυρήνα του χωριού, χαμηλότερα από το σημερινό, κάπου πιο πάνω από την τοποθεσία “Μύλοι”, κοντά στη συνοικία “Μπαντάνη”. Εκεί ήταν αρχικά και τα σπίτια διαφόρων οικογενειών, οι απόγονοι των οποίων τώρα κατοικούν σε πιο πάνω “μαχαλάδες” (π.χ. Κορδιλλαίικα, Γκαλιακαίικα κ.λπ.).
Αυτό βέβαια, για να μη φαίνεται το χωριό από τη θάλασσα, που τη λυμαίνονταν οι κουρσάροι, που κυνηγούσαν ανελέητα τους ντόπιους,
για να τους ληστέψουν, αλλά, το χειρότερο, να τους πάρουν σκλάβους, εμπόρευμα πολύτιμο στα σκλαβοπάζαρα της ανατολής.
Σε αυτό τον αρχικό πυρήνα, συνεχίζει πάντα η προφορική παράδοση, συνενώθηκαν άλλοι μικρότεροι οικισμοί κοντινοί ή μακρινότεροι ή καλύτερα από τα ανθρώπινα απομεινάρια αυτών των οικισμών, όλων εκείνων όσοι σώθηκαν από κάποια άκρως θανατηφόρα επιδημία (πανούκλα;).
Αυτοί, λοιπόν, ονόμασαν το νέο τόπο τους Αθανάτη, με την ελπίδα ότι αυτοί θα παραμείνουν ανέγγιχτοι από το θάνατο εξαιτίας της επιδημίας. Το αρχικό όνομα Αθανάτη με το πέρασμα των χρόνων ή καλύτερα των αιώνων έγινε Θανάτη.
Έτσι βέβαια “λένε” οι αφηγήσεις, οι οποίες, βέβαια , είναι συνήθως ανακριβείς και δυσκολεύονται να τοποθετήσουν χρονικά το αντικείμενό τους.Η πρώτη επίσημη αναφορά γίνεται στην Τουρκική απογραφή του 1454/1455 με το όνομα Θανάτου, με λίγες οικογένειες, οι οποίες αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του οικισμού.
Αυτός εμπλουτίστηκε , όντως , στην πορεία και από άλλους , κατοίκους γειτονικών οικισμών (π.χ. Κιουτσούκ Θανάτη – Παλιοχώρι; – , Οστροβός, Γκορτσιά, Άλλη Χώρα –και αφού αυτή ήταν η Άλλη Χώρα ποια ήταν η Χώρα με την οποία συνυπήρχε;– κ.α.) που συνενώθηκαν, πλέον στη Θανάτου για διάφορους λόγους (μάλλον οι επιζήσαντες κάτοικοι από κάποια επιδημία αυτών των οικισμών είναι η ορθότερη διατύπωση).
Σ’ αυτή την υπόθεση στηρίζεται και η πρώτη εκδοχή ονομασίας του χωριού, στην οποία αναφερθήκαμε και πριν και τη διασώζει και η προφορική παράδοση, ότι δηλαδή το χωριό ονομάστηκε έτσι λόγω του φόρου αίματος που πληρώθηκε εξαιτίας του λοιμού, δηλαδή Θανάτου (Χώρα), ή κατ’ άλλους  Αθανάτου, για το λόγο της προσδοκώμενης μεταφορικά αθανασίας που προείπαμε.
Η δεύτερη εκδοχή για την ονομασία του χωριού, αναφέρει ως ιδιοκτήτη κάποιον Αθάνατο ή Θάνατο, αναλογικά, για το Αθανάτου και το Θανάτου, του οποίου ιδιοκτησία ήταν το χωριό.
Πέραν των παραπάνω εκδοχών για το όνομα Αθανάτου(η)  ή Θανάτου(η), που έχουν κατά καιρούς αναλυθεί και με πλήρη λεπτομέρεια καταγράφονται στο “Η ιστορική Μελίβοια” και θα παρατεθούν στη συνέχεια, ας έχουμε στο μυαλό μας και το άρθρο της Βικιπαιδείας:
“Οι Αθάνατοι ήταν ένα από τα αυτοκρατορικά τάγματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το τάγμα δημιουργήθηκε προς το τέλος του 10ου αιώνα. Οι Αθάνατοι ήταν κυρίως αριστοκρατικής καταγωγής και αρχικά οργανώθηκαν ως τάγμα υπό τον Ιωάννη Τζιμισκή. Επαναφορά του θεσμού των Αθανάτων γίνεται επί του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’. Ο στρατηγός του Μιχαήλ, Νικηφόρος, αναδιοργάνωσε το στρατό και τα αυτοκρατορικά τάγματα μετά την ήττα στη Μάχη του Ματζικέρτ από τους Σελτζούκους Τούρκους. Οι Σελτζούκοι είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας που ήταν η μεγαλύτερη πηγή στρατιωτών για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Τα εναπομείναντα θεματικά τάγματα των θεμάτων της Μικράς Ασίας συγκεντρώθηκαν και αποτέλεσαν τα τάγματα των Αθανάτων. Εικάζεται ότι οι αθάνατοι ήταν τάγματα ιππικού, αλλά δεν είναι σίγουρο.
Ο βυζαντινός ιστορικός Νικηφόρος Βρυέννιος υπολόγισε ότι οι Αθάνατοι ήταν περίπου 10.000. Προσθέτει επίσης ότι αθάνατοι ονομάζονταν αρχικά μόνο οι αξιωματικοί των ταγμάτων και αργότερα ο τίτλος δινόταν σε ολόκληρα τα τάγματα.
Το τάγμα των αθανάτων έπαψε να υπάρχει μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ (1118).”
Επίσης ας έχουμε κατά νου και το παρακάτω:
Από νωρίς στο Βυζάντιο, όταν τέθηκε σε ισχύ ο διοικητικο-στρατιωτικός θεσμός του “θέματος”, δίνονταν σε στρατιώτες κλήρος γης για να συντηρεί ο στρατεύσιμος το άλογό του και να αγοράζει τον οπλισμό του το λεγόμενο στρατιωτόπιο. Το στρατιοτώπιο μεταβιβάζονταν από τον πατέρα στον πρωτότοκο γιο και ο θεσμός εξέλιπε τον 11ο αιώνα.
Ο Αλέξιος ο Α’ ο Κομνηνός το 1083 εκστράτευσε εναντίον της Λάρισας που είχε καταληφθεί από τους Νορμανδούς, ακολουθώντας την παραλιακή οδό: έξοδος Τεμπών-Ομόλιο-Καρίτσα-Κόκκινο Νερό-Μελίβοια-Αγιόκαμπο κ.λπ. μέχρι τη Λάρισα. (βλέπε και Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 12 “Οι Νορμανδοί και η πολιορκία της Λάρισας” Ευαγ. Ιωαννιδάκη-Ντόστογλου).  
Μήπως τα παραπάνω έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους και τελικά με τον Αθάνατο ή Θάνατο, τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη του χωριού της δεύτερης εκδοχής, παραπάνω;
Έκτοτε, οι αναφορές στον οικισμό είναι αρκετές, είτε από διάφορους περιηγητές, είτε σε δημοσιευμένες Προθέσεις μοναστηριών, είτε σε διοικητικά έγγραφα, ενθυμήσεις σε λειτουργικά βιβλία, επιγραφές σε ναούς κ.α.
Ενδιαφέρον θα είχε και θα ήταν σημαντικό, όπως αναφέρει και προτρέπει και ο παν. Αρχιμ. Νεκτ. Δρόσος στο έργο “Η ιστορική Μελίβοια”, καλό θα ήταν όλοι οι Θανατιώτες να ρίξουν μια ματιά στα σεντούκια τους, για παλιά “χαρτιά” και άλλο υλικό, φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ, γράμματα από μετανάστες, παλιά βιβλία για να συντελεστεί το έργο της ανάπλασης της ιστορικής μνήμης.
Κοντά στις μέρες μας , στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του Ελληνικού κράτους το χωριό μας αλλάζει όνομα και γίνεται πλέον Μελίβοια, στις 10/10/1920 με το ΦΕΚ  Β66/1920, ίσως και λίγο βεβιασμένα, αφού “σφετερίζεται” το όνομα μιας πόλης, που ακόμα δεν έχει κατασταλάξει η επιστημονική κοινότητα για την θέση της.
Κάπου εδώ οι αναφορές πληθαίνουν και πλέον τα γεγονότα καταγράφονται αξιόπιστα από την επίσημη ιστορία, αλλά και από σποραδικές απόπειρες Μελιβοιωτών ή φίλων της Μελιβοίας  και σιγά-σιγά  όλα αυτά θα εκτεθούν και εδώ.
Σήμερα, όμως, όλοι την ξέρουν ως Μελιβοία (με μεταφορά του τόνου-λανθασμένα).

Θεσσαλικό Ημερολόγιο
Η ιστορική Μελίβοια
Αναζητώντας την Αρχαία Μελίβοια
http://pandektis.ekt.gr
http://www.el.wikipedia.org